διαμόρφωσις

διαμόρφ-ωσις, εως, ,
A forming, shaping,

τῆς ὕλης Plu.2.1023c

;

ἐμβρύων Ath.Med.

ap. Orib.22.9.1.
II gesture, 'business', in acting, Demetr.Eloc.195.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμόρφωσις — forming fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμορφώσει — διαμόρφωσις forming fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαμορφώσεϊ , διαμόρφωσις forming fem dat sg (epic) διαμόρφωσις forming fem dat sg (attic ionic) διαμορφόω give form to aor subj act 3rd sg (epic) διαμορφόω give form to fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμορφώσεις — διαμόρφωσις forming fem nom/voc pl (attic epic) διαμόρφωσις forming fem nom/acc pl (attic) διαμορφόω give form to aor subj act 2nd sg (epic) διαμορφόω give form to fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμορφώσεσι — διαμόρφωσις forming fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμόρφωσιν — διαμόρφωσις forming fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμόρφωση — Όρος που χρησιμοποιείται συχνά στη φυσική, κυρίως σε ό,τι αφορά την ασύρματη επικοινωνία. Δ. κύματος αποκαλείται, για παράδειγμα, η μεταβολή των χαρακτηριστικών του ηλεκτρομαγνητικού κύματος, που καλείται φορέας, από κάποιο πληροφοριακό σήμα, με… …   Dictionary of Greek

  • διαμορφώσεων — διαμορφώσεω̆ν , διαμόρφωσις forming fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμορφώσεως — διαμορφώσεω̆ς , διαμόρφωσις forming fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.